Η συνάντηση του Χριστιανισμού με το Στράτευμα.

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Είναι γνωστή η άρρηκτη σχέση της Ορθοδοξίας με τις Ένοπλες Δυνάμεις μας. Μια σχέση καταγεγραμμένη ιστορικά και συνειδησιακά τόσο εν καιρώ ειρήνης όσο και εν καιρώ πολέμου. Ενδεικτικά μόνο να αναφέρουμε ότι, οι αγωνιστές του ΄21 ξεκινούν την Επανάσταση μαχόμενοι πρώτα υπέρ πίστεως και μετά υπέρ πατρίδος. Η έναρξη της επανάστασης γίνεται με την ευλογία της Εκκλησίας. Τα όπλα ευλογούνταν από τους ιερείς, προκειμένου ένα Έθνος σκλαβωμένο 400 χρόνια να απελευθερωθεί. Ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδος Ι. Καποδίστριας καθιερώνει τον θεσμό του Στρατιωτικού Ιερέως και οι Στρατιωτικοί Ιερείς εισήλθαν στο στράτευμα, με σκοπό την πνευματική θωράκιση των στρατιωτών, την εμψύχωση αλλά και την θεολογική προσέγγιση του ρόλου του στρατιώτη, σύμφωνα με τις αρχές που πρεσβεύει ο Χριστιανισμός. Οι νικηφόροι αγώνες τα επόμενα χρόνια θεμελίωσαν την σχέση Στρατού και Ορθοδοξίας και αντιμετώπισαν από κοινού Βαλκανικούς πολέμους αλλά και παγκόσμιους. Άγιοι της πίστεως μας τέθηκαν προστάτες των Όπλων μας, ενώ στη Θ. Λειτουργία δεόμεθα «Υπέρ του ευσεβούς ημών Έθνους πάσης αρχής και εξουσίας εν αυτώ και του κατά ξηράν θάλασσαν και αέρα φιλοχρίστου ημών στρατού>>.

Ποια όμως είναι η αφετηρία των ιδιαιτέρων αυτών σχέσεων της Χριστιανικής Θρησκείας με το Στράτευμα και πως αυτή διαμορφώθηκε μέσα στους τρείς πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού; Πως, μέσα στο περιβάλλον της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας με κυρίαρχη θρησκεία την ειδωλολατρία, τοποθετήθηκε ο Χριστανισμός απέναντι στην κοσμική στρατιωτική ιδιότητα και τον πόλεμο; Τα επιδοκίμασε ; Τα ανέχθηκε ή τα καταδίκασε ;

Πληροφορίες με εξαιρετική πιστότητα και επιστημονική ακρίβεια για την περίοδο αυτή των τριών πρώτων αιώνων του Χριστιανισμού αντλούμε από το αυστηρά επιστημονικό έργο του Αδόλφου Χάρνακ με τίτλο ΄΄ Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΣΤΡΑΤΕΥΜΑ΄΄ που δημοσιεύτηκε το 1905, μεταφράστηκε στα ελληνικά και εκδόθηκε το 2007 από τον Πρωτοπρεσβύτερο Μελέτιο Κουράκλη. Το έργο προλογίζει με εύστοχα και υψηλού πνευματικού και επιστημονικού κύρους σχόλια ο Πρωτοπρεσβύτερος π. Γεώργιος Μεταλληνός, ενώ ο π. Μελέτιος καταθέτει ένα εξαιρετικό εισαγωγικό και επιλογικό σημείωμα στο οποίο με γλαφυρότητα, πειστικότητα, αυθεντικότητα και επιστημονικότητα παρουσιάζεται ερμηνεία αρκετών θέσεων του συγγραφέα όπως τεκμηριώνονται άλλωστε από την αγιογραφική και πατερική παράδοση.

ΘΕΜΑ

Έτσι λοιπόν βλέπουμε ότι η Εκκλησία των τριών πρώτων αιώνων διατηρεί στην αρχή επιφυλακτική έως αρνητική στάση έναντι του ειδωλολατρικού στρατεύματος καθ΄ όσον αυτό εκπροσωπούσε ουσιαστικά τους δημίους των μαρτύρων της. Ουδέποτε όμως αποδοκίμασε την στρατιωτική ιδιότητα και ουδέποτε εξανάγκασε σε παραίτηση όσα μέλη γίνανε χριστιανοί ενώ υπηρετούσαν στο στράτευμα.

Στη διαμόρφωση της θέσεως αυτής της Εκκλησίας συνέβαλε κυρίως η αρχή, την οποία είχε διατυπώσει ο απόστολος Παύλος, (Α’. Κορ. 7, 20) και η οποία αφορούσε όλους τους δούλους, τους τελώνες, τις γυναίκες, κ.λ.π., ότι « έκαστος εν τη κλήσει η εκλήθη, εν ταύτη μενέτω» (ο καθένας να μένει στην κατάσταση που ήταν, όταν δέχτηκε την κλήση του Θεού). Ο καθένας, που γνώριζε και ασπαζόταν το Χριστιανισμό, ενώ επιτελούσε ένα νόμιμο επάγγελμα ή ανήκε σε κάποια κοινωνική τάξη, μπορούσε να παραμείνει στο επάγγελμα ή στην κοινωνική του κατάσταση, χωρίς να υπάρχει κώλυμα ή ασύμβατο σε σχέση με τη χριστιανική του ιδιότητα. Η αρχή, λοιπόν, αυτή εφαρμόστηκε και στην περίπτωση των στρατιωτικών.

Στην ίδια αυτή κατεύθυνση κινείται και η απάντηση του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή στην ερώτηση στρατιωτικών σχετικά με τη στρατιωτική τους υπηρεσία και ιδιότητα, την οποία διασώζει το ιερό Ευαγγέλιο στο Λουκ, 3, 14. Το μήνυμα της απαντήσεως του Αγίου Ιωάννη ήταν απόλυτα σύμφωνο, με τις οδηγίες του και προς άλλες κοινωνικές ή επαγγελματικές τάξεις, όπως συγκεκριμένα προς τους τελώνες, από τους οποίους δεν απαίτησε να εγκαταλείψουν το επάγγελμά τους, αλλά να τηρήσουν συγκεκριμένους ηθικούς κανόνες.

Σύμφωνα λοιπόν, με την εντολή αυτή, μπορεί ένας χριστιανός να είναι στρατιώτης, υπό την προϋπόθεση ότι θα αποδεικνύει στην πράξη τη χριστιανική του ιδιότητα, και δε θα συμβιβάζεται με αντιχριστιανικές ενέργειες, όπως π.χ. καταχρήσεις, ληστείες, συκοφαντίες, εκβιασμούς, κ.λ.π., -πράξεις συνήθεις σε στρατιωτικούς της εποχής. Κάτω από αυτές τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις, εκφράσθηκε καθαρά η αποδοχή της στρατιωτικής ιδιότητας και τάξεως. Στα παραπάνω μπορούν, βεβαίως, να προστεθούν και τα περιστατικά εκείνα της Καινής Διαθήκης, στα οποία επαινούνται και επιβραβεύονται στρατιωτικοί για το ήθος και τη θεοσέβειά τους, χωρίς να αποδοκιμάζονται για τη στρατιωτική τους ιδιότητα.

Η ίδια αυτή γραμμή ίσχυσε, επίσης, και στους χριστιανικούς κύκλους της μετα-αποστολικής εποχής, από τον Κλήμεντα Ρώμης, έως τον Ευσέβιο Καισαρείας, μέχρι του σημείου, μάλιστα, δάσκαλος του Χριστιανισμού, ο Ιούλιος ο Αφρικανός, να πραγματεύεται, σε ένα από τα έργα του, θέματα στρατιωτικής τακτικής. Οι όποιες, ελάχιστες φωνές υψώθηκαν, στο διάστημα αυτό, εναντίον της υπηρεσίας των χριστιανών στο στράτευμα, θεωρήθηκαν ακραίες και μεμονωμένες, και τέθηκαν στο περιθώριο, χωρίς να μπορέσουν να μεταβάλουν στο ελάχιστο, τη βασική αυτή τοποθέτηση της Εκκλησίας.

Μέσα σε αυτό λοιπόν το πνεύμα, διαδόθηκε η χριστιανική πίστη τόσο πολύ στις τάξεις του στρατεύματος ώστε, στα τέλη του 3ου και στις αρχές του 4ου αιώνα, ένα σημαντικό ποσοστό του να φτάσει να αποτελείται από χριστιανούς. Συνέβη μάλιστα και το εξής καταπληκτικό: Η κοσμοϊστορική καμπή της μεταστροφής της αυτοκρατορίας, από την ειδωλολατρία στο Χριστιανισμό να συντελεστεί πρώτα στο στράτευμα. Από το στράτευμα, επίσης, άρχισε και η επίσημη δημόσια αναγνώριση της χριστιανικής θρησκείας!

Ο π. Μελέτιος τονίζει στην επιλογική ανάλυση του βιβλίου του Α. Χάρνακ , ότι είναι πολλές οι επιβεβαιωτικές πατερικές μαρτυρίες της θέσεως αυτής που θα μπορούσε κανείς να αναφέρει, ενδεικτικώς δε παραθέτουμε δύο χαρακτηριστικά αποσπάσματα τα οποία αναφέρονται ειδικώς στην ουσία του εξεταζομένου θέματος.

Το πρώτο προέρχεται από ομιλία του Ιερού Χρυσοστόμου (347-407 μ.Χ.) στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο. Κηρύσσοντας ο ιερός πατήρ σχετικά με τον τρόπο βιώσεως της χριστιανικής αλήθειας, αποφαίνεται ότι δεν είναι απαραίτητο να εγκαταλείψει κανείς τις πόλεις και τις ενασχολήσεις του εντός του κόσμου, προκειμένου να είναι ενάρετος και να ζει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Αναφερόμενος μάλιστα συγκεκριμένα και σε στρατιώτες λέει: « Οτιδήποτε κι αν είμαστε, και άνδρες και γυναίκες και νέοι και γέροντες και δούλοι και ελεύθεροι και στρατιώτες και ιδιώτες μπορούμε να γίνουμε οπωσδήποτε ενάρετοι, και να επιτύχουμε τα μελλοντικά αγαθά». «Καθόσον όλες τις εντολές κατόρθωσαν να τις εφαρμόσουν και οι γέροντες και οι νέοι και οι έγγαμοι και οι γονείς και οι ασχολούμενοι με τις τέχνες και οι στρατιώτες», όπως στρατιώτες «ήταν ο δεσμοφύλακας, ο εκατόνταρχος, ο Κορνήλιος…».

Η δεύτερη τέλος πατερική μαρτυρία προερχόμενη από επιστολή του Ιερού Αυγουστίνου προς τον χριστιανό στρατηγό Βονιφάτιο (περί το 417 μ.Χ.), δεν επικυρώνει μόνο, με ρητό και κατηγορηματικό τρόπο το συμβατό και ακώλυτο ανάμεσα στη χριστιανική πίστη και στη στρατιωτική ιδιότητα, αλλά επιπλέον, επεκτείνει το φάσμα της προβληματικής μας και στο ιδιαίτερα λεπτό θέμα της συμμετοχής χριστιανών σε πόλεμο.

Στην επιστολή αυτή, εκτός του ότι γίνεται αναφορά σε πολλές περιπτώσεις ανδρών της Αγίας Γραφής, οι οποίοι ενώ έφεραν όπλα και ήταν στρατιωτικοί, μπόρεσαν να ευαρεστήσουν το Θεό και αναγνωρίστηκαν ως θεοσεβείς και ενάρετοι, σκιαγραφείται επίσης, αδρομερώς το πνευματικό και ηθικό πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει να ασκείται η στρατιωτική υπηρεσία σε συνθήκες πολέμου. Αναφέρει συγκεκριμένα ο ιερός πατήρ, ότι ο χριστιανός στρατιώτης οφείλει ακόμα και ως μαχητής στον πόλεμο, να μην πράττει τίποτα εναντίον του θελήματος του Θεού. Οφείλει να ασκεί τη στρατιωτική του υπηρεσία, ως αποστολή ειρήνης. Συμμετέχει σε πόλεμο όχι από βούληση ή επιθυμία, αλλά μόνον όταν αυτό του επιβάλλεται ως αδήριτη αναγκαιότητα και τούτο προκειμένου να συμβάλλει στην αποκατάσταση της ειρήνης.

Ακόμα, όμως, και μέσα στις απάνθρωπες συνθήκες του πολέμου, καλείται ο χριστιανός στρατιώτης να μην παρασυρθεί από αισθήματα μίσους και αντεκδικήσεως, αλλά, χωρίς να ατονίσει το χρέος του απέναντι στην πατρίδα, να επιδείξει, όσο του επιτρέπουν οι συνθήκες, ευσπλαχνία και μεγαλοψυχία και προς αυτούς τους εχθρούς του, ιδιαίτερα τους ηττημένους και αιχμάλωτους. Γράφει λοιπόν στην επιστολή του ο Ιερός Αυγουστίνος «Γιατί εμείς δεν επιδιώκουμε την ειρήνη προκειμένου να υποκινήσουμε πόλεμο, αλλά διαξάγουμε πόλεμο προκειμένου να αποκτήσουμε ειρήνη. Να είσαι, λοιπόν, ειρηνοποιός, ακόμα και στον πόλεμο, έτσι ώστε νικώντας να μπορέσεις να ευεργετήσεις με την ειρήνη και εκείνους, εναντίον των οποίων πολεμάς».

Οι τελευταίες αυτές σκέψεις, εμφανίζονται στην πρώτη ανάγνωση τους ως παράδοξες ή ακόμα και ως αντιφατικές καθ΄ όσον ονομάζεται ο χριστιανός ειρηνοποιός ενώ πολεμάει, θεωρείται θεοσεβής ενώ ασκεί βία, προτρέπεται να ευεργετήσει τους εχθρούς του αφού πρώτα τους καταβάλει σε αιματηρή μάχη. Παρέχουν εν τούτοις, την αφορμή, για να αναδειχθεί ένα στοιχείο, το οποίο χαρακτηρίζει, ίσως, κατ’ εξοχήν, την κατάσταση του χριστιανού, που συμμετέχει σε πόλεμο. Πρόκειται για ένα στοιχείο τραγικής διλημματικότητας ή μάλλον τραγικής μεγαλοσύνης. Από τη μία, αισθάνεται υποχρεωμένος ο χριστιανός να εμπλακεί σε πόλεμο, επιλέγοντας το δρόμο της βίας, χάριν της αγάπης προς τους αδικουμένους, ενώ από την άλλη γνωρίζει ότι η επιλογή του αυτή δεν είναι απαλλαγμένη « μιασμού και κηλίδας, που μολύνουν τη συνείδησή του>> όπως γράφει στο άρθρο του ΄΄ Πόλεμος και Ειρήνη΄΄ ο Πρωτοπρεσβύτερος Κων/νος Καλλίνικος. ( Ανάπλασις ΚΖ (1915) 1588) .

Χαρακτηριστικό παράδειγμα φορέα τέτοιου φρονήματος, υπήρξε η ιερότερη ίσως μορφή του Μακεδονικού Αγώνα, ο Παύλος Μελάς. Σε ένα από τα περίφημα γράμματά του προς τη σύζυγό του Ναταλία αποτυπώνει με μοναδικό τρόπο όλη αυτή την εσωτερική τραγική διάσταση ανάμεσα στο χρέος του προς την πατρίδα και στις επιταγές της πίστης του, που του υπαγόρευε την αγάπη ακόμη και προς τους εχθρούς του. Η επιστολή του γραμμένη το Σάββατο 28 Αυγούστου 1904 από τη θέση Μακροβούνι, μεταξύ Κρανιάς, Μηλιάς και Περιβολιού στη Δ.Μακεδονία:

΄΄ Χθες, όταν ετελείωσα το γράμμα μου, επήγα εις την εκκλησίαν της μονής με τους άνδρας μου. Είναι παλαιότατη βυζαντινή. Οι τοίχοι κατάμαυροι, σχεδόν σκεπασμένοι με εικόνας αγίων…….. Ακούσαμεν τον εσπερινόν πρώτα και κατόπιν μας μετέλαβεν ο γέρων χωρικός ιερεύς της μονής. Ουδέποτε με τόσην κατάνυξιν μετέλαβα. Ο νους μου διαρκώς εστρέφετο προς Εκείνον ο οποίος χάριν ημών και της θείας θρησκείας Του υπέστη το μαρτύριον. Το μέγεθος της θυσίας Του, το μέγεθος της αποστολής Του μ΄ έκαμναν να αισθάνωμαι πόσο μικροί και πόσον μακράν Αυτού ευρισκόμεθα, αλλά και συγχρόνως μ΄ ενθάρρυναν. Πάντοτε Τον ελάτρευσα δια την θρησκείαν Του και Τον εθαύμασα δια την θυσίαν Του. Ελπίζω να μας βοηθήση. Αισθάνομαι τώρα ισχυρός, γενναίος και καλύτερος, έτοιμος δε να κάμω τα πάντα ΄΄( ΠΗΓΗ Επίλογος σελ. 199)

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Συμπερασματικά επομένως δυνάμεθα να διαπιστώσουμε ότι η εκκλησία, ανέκαθεν αποδέχθηκε και υιοθέτησε την στρατιωτική ιδιότητα και τάξη, κατανοώντας την αποστολή των στρατιωτικών ως ευθύνη και χρέος για την προάσπιση της ειρήνης και της πατρίδος. Ταυτόχρονα όμως, κατά την εκκλησία ο πόλεμος δεν είναι επιθυμία του Θεού, αλλά τραγικό αποτέλεσμα της αποτυχίας του ανθρώπου. Στον πόλεμο ο χριστιανός συμμετέχει μόνο κάτω από αναπόδραστη ανάγκη, γι΄ αυτό η εκκλησία ευλογεί τον αγώνα του, αναγνωρίζοντας τα άδολα κίνητρα της αγνής φιλοπατρίας του και τιμά τη θυσία του υπέρ των άλλων. Ταυτόχρονα όμως του υποδεικνύει και την οδό της τελειότητος και την προτεραιότητα της σωτηρίας, για την οποία εύχεται ακατάπαυστα εν καιρώ ειρήνης και πολέμου.

 

ΠΗΓΗ ADOLF HARNACK:΄΄Η χριστιανική θρησκεία και το στράτευμα κατά τους τρεις πρώτους αιώνες΄΄

Προλόγισμα : Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Μεταλληνός

Εισαγωγή , μετάφραση , επίλογος: Αρχιμανδρίτης Μελέτιος Κουράκλης

Μπορεί επίσης να σας αρέσει...

Αφήστε μια απάντηση