Υπάρχει και η άλλη Γερμανία

Γερμανικό Ίδρυμα αντικρούει τους ανθελληνικούς μύθους.

Ο Σρέντερ κατακεραυνώνει τη Μέρκελ.

 

 

 

 

 

 

 

 

Υπάρχει και η άλλη Γερμανία


του Μάκη Ντόβολου

 

 

Από το 2010 η Ελλάδα έχει γίνει στόχος προκλητικών και λαϊκίστικων σχολίων και δηλώσεων από γερμανικούς πολιτικούς και δημοσιογραφικούς κύκλους, με αφορμή τη δημοσιονομική κρίση που πλήττει τη χώρα. Το περιβόητο πρωτοσέλιδο του γερμανικού περιοδικού Focus, οι παραινέσεις της γερμανικής εφημερίδας Bild να πουλήσουμε τα νησιά μας και την Ακρόπολη και οι συνεχείς δηλώσεις της Γερμανίδας καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ για τους Έλληνες που κάνουν πολλές διακοπές και παίρνουν νωρίς σύνταξη αποτελούν τις πιο γνωστές «σκηνές» του έργου απαξίωσης της Ελλάδας στο εξωτερικό.

 

Το χορό των προκλητικών δηλώσεων συνέχισαν και άλλοι Ευρωπαίοι, πιο πρόσφατα ο Τσέχος πρωθυπουργός Peter Nechas, ο οποίος είπε ότι «οι Έλληνες δεν εργάζονται, κάθονται όλη μέρα πίνοντας ούζο και πρέπει να εγκαταλείψουν την ΕΕ».

 

Όμως δεν ακολουθούν όλοι οι Γερμανοί πολιτικοί ή δημοσιογράφοι το λαϊκίστικο παραλήρημα κατά της Ελλάδας. Σε πρόσφατη συνέντευξή του στο περιοδικό Der Spiegel, ο πρώην καγκελάριος της Γερμανίας, Γκέρχαρντ Σρέντερ, τόνισε ότι ήταν μεγάλο πολιτικό σφάλμα της διαδόχου του, Άνγκελα Μέρκελ, η εξύβριση της Ελλάδας για λόγους εσωτερικής πολιτικής κατανάλωσης, σημειώνοντας, μάλιστα, ότι οι Έλληνες είναι αναγκασμένοι αυτή τη στιγμή να εφαρμόζουν μια σκληρή πολιτική λιτότητας. Επιπλέον είπε κάτι το οποίο φαίνεται να ξεχνούν πολλοί συμπατριώτες του, ότι δηλαδή η Γερμανία έχει αποκομίσει τεράστια κέρδη από το ευρώ, μέσα από την αλματώδη αύξηση των εξαγωγών της.

 

Οι απαντήσεις του Ιδρύματος «Ρόζα Λούξεμπουργκ»

 

Στους μύθους που καλλιεργήθηκαν στη Γερμανία για την Ελλάδα αλλά και στις αδιέξοδες λύσεις που προτείνονται, απάντησε το γερμανικό Ίδρυμα «Ρόζα Λούξεμπουργκ», το πολιτικό ινστιτούτο του κόμματος της Αριστεράς στη Γερμανία, με σχετική έκθεση του.

 

Μύθος 1ος: «Οι Έλληνες είναι τεμπέληδες»

Απάντηση: Οι Έλληνες εργάζονται πολύ. Ο πραγματικός εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας –μείον το μεσημεριανό διάλειμμα– πριν από την κρίση, σύμφωνα με την Eurostat, ήταν 44,3 ώρες στην Ελλάδα, 41 ώρες στη Γερμανία και ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση 41,7 ώρες. Η γαλλική τράπεζα Natixis εκτιμά πως στη Γερμανία ο ετήσιος χρόνος εργασίας κατά μέσο όρο είναι 1.390 ώρες, ενώ ο αντίστοιχος στην Ελλάδα είναι 2.119 ώρες. Είναι λάθος να αναζητούμε τα αίτια της κρίσης μιας χώρας στην έλλειψη φιλοπονίας των κατοίκων της. Οι Έλληνες δεν έχουν την επιλογή να δουλέψουν περισσότερο για να βγουν από την κρίση. Μάλλον το αντίστροφο συμβαίνει: Εξαιτίας της κρίσης, πολλοί Έλληνες αναγκάστηκαν να χάσουν την εργασία τους.

 

Μύθος 2ος: «Οι Έλληνες κάνουν μονίμως διακοπές»

Απάντηση: Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Ίδρυμα για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας (Eurofound), οι Έλληνες εργαζόμενοι δικαιούνται κατά μέσο όρο 23 ημέρες άδειας διακοπών το χρόνο. Οι Γερμανοί, πάλι, μπορούν να κάνουν επί 30 ημέρες διακοπές, που είναι και το μάξιμουμ στην Ευρώπη. Προηγούνται, μάλιστα, σαφώς, αν συνυπολογίσουμε και τις αργίες.

 

Μύθος 3ος: «Εμείς πληρώνουμε τις συντάξεις πολυτελείας των Ελλήνων»

Απάντηση: Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, στη Γερμανία οι εργαζόμενοι βγαίνουν στη σύνταξη κατά μέσο όρο στην ηλικία των 61,5 ετών, ενώ στην Ελλάδα ο αντίστοιχος μέσος όρος είναι στα 61,9 έτη. Επιπλέον, ο μέσος όρος της σύνταξης στην Ελλάδα φτάνει μόλις το 55 % του αντίστοιχου μέσου όρου στην Ευρωζώνη. Τα δύο τρίτα των Ελλήνων συνταξιούχων πρέπει να τα βγάλουν πέρα με λιγότερα από 600 ευρώ το μήνα.

 

Μύθος 4ος: «Οι Έλληνες ζούσαν πλουσιοπάροχα»

Απάντηση: Το επίπεδο των μισθών στην Ελλάδα ανέρχεται μόλις στο 73% του μέσου όρου της Ευρωζώνης. Για παράδειγμα, δάσκαλοι με δεκαπέντε χρόνια υπηρεσίας κερδίζουν περίπου 40% λιγότερο απ’ ό,τι στη Γερμανία – κι αυτό πριν από την κρίση. Σύμφωνα με τη Eurostat, πριν από την κρίση η φτώχεια απειλούσε το ένα πέμπτο των Ελλήνων, ενώ το 25% ζούσε σε ασφυκτικά συνωστισμένα διαμερίσματα – αντίστοιχο ποσοστό στη Γερμανία, 7%.

 

Μύθος 5ος: «Οι Έλληνες ζούσαν πάνω από τις οικονομικές τους δυνατότητες»

Απάντηση: Σχεδόν κάθε κυβέρνηση στον κόσμο «ζει πάνω από τις οικονομικές της δυνατότητες», ξοδεύει δηλαδή περισσότερα από όσα εισπράττει. Το πρόβλημα της Ελλάδας δεν ήταν τόσο πολύ οι νέοι δανεισμοί, όσο το γεγονός ότι οι χρηματαγορές από ένα χρονικό σημείο κι έπειτα κερδοσκοπούσαν εις βάρος της Αθήνας, παρασύροντας έτσι τα επιτόκια για νέα δάνεια σε δυσβάσταχτα επίπεδα. Αυτό μπορεί να συμβεί κάλλιστα και σε μια χώρα χωρίς μεγάλα ελλείμματα, όπως δείχνει το παράδειγμα της Ιρλανδίας, η οποία την περασμένη δεκαετία δεν παρουσίαζε έλλειμμα στον προϋπολογισμό, αλλά πλεόνασμα.

 

Μύθος 6ος: «Το ελληνικό κράτος είναι υπερδιογκωμένο»

Απάντηση: Το 2008, οι δημόσιες δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ελλάδα ήταν 48%, ενώ στη Γερμανία μόλις 44%. Πριν από την κρίση, ωστόσο, τα πράγματα έδειχναν διαφορετικά: μεταξύ 2000 και 2006 το ποσοστό των δημοσιονομικών δαπανών της Ελλάδας μειώθηκε από το 47% στο 43% κι όλο αυτό το χρονικό διάστημα παρέμενε χαμηλότερο από το κατώτατο ποσοστό της Γερμανίας. Αυτό άλλαξε μόνο με την ύφεση της οικονομίας, λόγω της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Επιπλέον, στη Σουηδία, εδώ και δέκα χρόνια, το ποσοστό των δημόσιων δαπανών κυμαίνεται μεταξύ 51% και 55% του ΑΕΠ, κι όμως η χώρα δεν χρεοκόπησε.

 

Μύθος 7ος: «Η Ελλάδα δεν είναι ανταγωνιστική»

Απάντηση: Αυτό ισχύει, εφόσον αποδέχεται κανείς ως μέτρο επιτυχίας το εξωτερικό εμπόριο. Η Ελλάδα, εδώ και χρόνια, έχει ένα υψηλό έλλειμμα στο εξωτερικό εμπόριο, που το 2009 έφτανε το 14% του ΑΕΠ. Δηλαδή η Ελλάδα εισάγει περισσότερα από όσα εξάγει, πράγμα που για πολλούς αποδίδεται κυρίως στη μεγάλη αύξηση των ελληνικών μισθών. Στην Ελλάδα, μεταξύ 2000 και 2010, πράγματι, το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος αυξήθηκε κατά 40%. Αυτό, όμως, ήταν πρόβλημα, διότι σε άλλες χώρες αυξήθηκε λιγότερο και, επομένως, οι επιχειρήσεις αυτών των χωρών απέκτησαν ένα πλεονέκτημα κόστους στην παγκόσμια αγορά. «Πρωταθλήτρια» της Ευρώπης στις συγκρατημένες αυξήσεις μισθών αναδείχτηκε η Γερμανία. Εκεί το μοναδιαίο κόστος εργασίας αυξήθηκε μόλις κατά 5%, χάρη στις πενιχρές αυξήσεις των ημερομισθίων. Το αποτέλεσμα ήταν υψηλά εξαγωγικά πλεονάσματα για τη Γερμανία και υψηλά εμπορικά ελλείμματα για χώρες όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία, η Ιρλανδία ή η Ισπανία.

 

Μύθος 8ος: «Οι Έλληνες είναι επιρρεπείς στη διαφθορά»

Απάντηση: Πράγματι, η φοροδιαφυγή και η διαφθορά στην Ελλάδα έχουν πιο έντονη παρουσία απ’ ότι σε άλλες χώρες. Το μερίδιο της παραοικονομίας εκτιμάται περίπου στο 25% της οικονομίας –της Γερμανίας είναι περίπου 15%– και το συνολικό ποσό των διαφυγόντων φόρων φτάνει τα 20 δις ευρώ ετησίως. Σε ότι αφορά στους διαφυγόντες φόρους, αποτελούν μια μορφή αναδιανομής εισοδήματος από το κράτος στον ιδιωτικό τομέα. Τα χρήματα αυτά, συνεπώς, δεν «εξαφανίζονται» και δεν εξηγούν την ελληνική κρίση. Επιπλέον, από την ελληνική οικονομία της διαφθοράς και των μιζών επωφελήθηκαν εξίσου γερμανικές επιχειρήσεις. Από το 2008, σε αρκετές δικαστικές διαδικασίες αποδείχτηκε ότι οι γερμανικές επιχειρήσεις Siemens, Ferrostaal-ΜΑΝ και Deutsche Bank εξαγόραζαν, σε μεγάλη κλίμακα, Έλληνες πολιτικούς και «χρηματοδοτούσαν» πολιτικές αποφάσεις προς όφελός τους. Μόνο η Siemens, από τα μέσα του 1990 και επί μία σχεδόν δεκαετία, «επένδυε» 15 εκατ. ευρώ στην Ελλάδα ετησίως, ώστε να επηρεάσει προς όφελός της πολιτικούς των δύο μεγαλύτερων κομμάτων.

 

Μύθος 9ος: «Οι Έλληνες θα πρέπει πρώτα να εξοικονομήσουν χρήματα οι ίδιοι, προτού τους βοηθήσουμε εμείς για μια ακόμα φορά»

Απάντηση: Το υπερβολικά υψηλό έλλειμμα του 2011 δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα δεν εξοικονομεί μειώνοντας τις δαπάνες της. Η ελληνική κυβέρνηση εξοικονομεί, και μάλιστα με τρόπο βάναυσο. Εξαιτίας του προγράμματος λιτότητας, οι Έλληνες έχασαν από τις αρχές του 2010 κατά μέσο όρο σχεδόν το 20% των εισοδημάτων τους. Το ότι το έλλειμμα του 2011 ήταν υψηλότερο απ’ ότι προγραμματίστηκε δεν οφείλεται καθόλου σε σπατάλες της Ελλάδας. Δεν είναι οι δαπάνες τόσο υψηλές, αλλά τα έσοδα υπερβολικά περιορισμένα. Αυτό οφείλεται και πάλι στο σκληρό πρόγραμμα λιτότητας: Επειδή το κράτος εξοικονομεί, λόγω της μείωσης των μισθών και των συντάξεων, ρίχνει το ΑΕΠ και, κατά συνέπεια, τα έσοδα από τη φορολόγηση μειώνονται. Συνεπώς, το πρόβλημα δεν είναι οι υπερβολικές δαπάνες της Ελλάδας, αλλά το ίδιο το πρόγραμμα λιτότητας.

 

 

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Επίκαιρα: 15/09/2011

http://www.epikaira.gr/epikairo.php?id=30034&category_id=0

Μπορεί επίσης να σας αρέσει...

Αφήστε μια απάντηση