Ιδού ο Έλληνας

Ο χαρακτήρας του Έλληνα : «Παράδοξον πλάσμα, ατίθασον, περίεργον, ασταθές, ημίκαλον, αβεβαίων διαθέσεων, εγωπαθής και σοφώτερος όλων…»

 

 

 

 

 

 

 

 


Ο χαρακτήρας του Έλληνα

 

 


Ο αείμνηστος πρώην πρόεδρος της Δημοκρατίας και φιλόσοφος Κων/νος Τσάτσος μετέφρασε κάποιους παπύρους γραμμένους στα λατινικά πού του είχε δώσει ένας παλιός του φίλος, ο οποίος τους βρήκε στην Οξύρρυγχο, μια πόλη της Βυζαντινής Αιγύπτου, στις όχθες του Νείλου ποταμού.

 

Όπως αναφέρει και ένας άγγλος συγγραφέας, ο Ουϊλιαμ Νταρλίμπλ στο βιβλίο του « Ταξίδι στη σκιά του βυζαντίου», στην Οξύρρυγχο, κοντά στη πρώτη Χριστιανική μονή του Αγ. Αντωνίου, «ήταν αρκετό να ανακινήσεις με τη μπότα σου το χώμα για να έρθει στην επιφάνεια ένα στρώμα από παπύρους».

 

Αυτοί λοιπόν οι πάπυροι αναφέρονται σε επιστολές ενός Ρωμαίου συγκλητικού (αποσυρμένου πλέον από την πολιτική ), προς ένα νεότερό του, ο οποίος διορίστηκε διοικητής στην περιοχή της Αχαϊας και του δίνει συμβουλές για τον χαρακτήρα του Έλληνα, ώστε να τον βοηθήσει όσο μπορεί στο έργο του.

 

Παρακάτω παραθέτω ορισμένα αποσπάσματα τα οποία έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον για μας και διατηρούν την επικαιρότητά τους ακόμα και σήμερα αν και έχουν περάσει από τότε περισσότερα από 2000 χρόνια :

 

«Καταλάβαμε καθαρά και έγκαιρα πως υποτάσσοντας ξένους λαούς, αναλάβαμε μίαν ευθύνη για την ευημερία τους. Τούτη η συνείδηση της ευθύνης διακρίνει τους βαρβάρους κατακτητές από τους κοσμοκράτορες. Μόνο ο Αλέξανδρος πριν από μας είχε τη συνείδηση τούτης της ευθύνης. Ευτυχώς για τη δόξα της Ρώμης πέθανε νέος, γιατί αλλιώς θα ήταν οι Έλληνες σήμερα οι άρχοντες του κόσμου».

 

«Ο Έλληνας είναι πιο εγωιστής από μας και συνεπώς από όλα τα έθνη του κόσμου. Το άτομό του είναι «πάντων χρημάτων μέτρον» κατά το ρητό του Πρωταγόρα. Αδέσμευτο, αυθαίρετο και ατίθασο, αλλά και αληθινά ελεύθερο ορθώνεται το εγώ των ελλήνων. Χάρις σε αυτό σκεφθήκανε πηγαία, πρώτοι αυτοί, όσα εμείς αναγκαζόμαστε σήμερα να σκεφθούμε σύμφωνα με τη σκέψη τους. Είναι όμως και του καλού και του κακού πηγή τούτο το χάρισμα. Το ίδιο εγώ που οικοδομεί τα ιδανικά πολιτικά συστήματα, αυτό διαλύει και τις πραγματικές πολιτείες των ανθρώπων. Και ήρθανε οι καιροί όπου  ο ελληνικός εγωισμός ξέχασε την τέχνη που οικοδομεί τους ιδανικούς κόσμους, αλλά δεν ξέχασε την τέχνη που γκρεμίζει τις πραγματικές πολιτείες. Και εμείς τους συναντήσαμε, καλέ Ατίλιε, σε τέτοιους καιρούς και γι’ αυτούς συμβαίνει να είναι τόσο αυστηρή, που κάποτε καταντάει άδικη».

 

«Η μοίρα μας έταξε νομοθέτες του κόσμου και το ελληνικό άτομο περιφρονεί το νόμο. Δεν παραδέχεται άλλη κρίση δικαίου παρά την ατομική του, που δυστυχώς στηρίζεται σε ατομικά κριτήρια. Απορείς πως η πατρίδα των πιο μεγάλων νομοθετών έχει τόση λίγη πίστη στο νόμο. Σπάνια οι Έλληνες πείθονται «τοις κείνων ρήμασι». Πείθονται μόνο στα ρήματα τα δικά τους και ή αλλάζουν τους νόμους κάθε λίγο, ανάλογα με τα κέφια της στιγμής ή, όταν δεν μπορούν να τους αλλάξουν, τους αντιμετωπίζουν σαν εχθρικές δυνάμεις και τότε μεταχειρίζονται εναντίον τους ή τη βία ή το δόλο».

 

«Ο Έλληνας έχει πιο αδύνατη μνήμη από μας και γι’ αυτό έχει λιγότερη συνέχεια στον πολιτικό του βίο. Είναι ανυπόμονος και κάθε λίγο, μόλις δυσκολέψουν κάπως τα πράγματα, αποφασίζει ριζικές μεταρρυθμίσεις .Θές να σαγηνέψης την Εκκλησία του Δήμου σε μια πόλη ελληνική; Πές τους: “Σας υπόσχομαι αλλαγή”. Πές τους: “Θα θεσπίσω νέους νόμους”. Αυτό αρκεί, με αυτό χορταίνει  η ανυπομονησία του , το αψίκορο πάθος του».

 

«Οι Έλληνες λίγα πράγματα σέβονται και σπάνια όλοι τους τα ίδια. Και προς καλού και προς κακού στέκουν πάνω από τα πράγματα. Για να κρίνουν αν ένας νόμος είναι δίκαιος, θα τον μετρήσουν με το μέτρο της προσωπικής των περίπτωσης, ακόμα και όταν υπεύθυνα τον κρίνουν στην εκκλησία ή στο δικαστήριο. Ο έλληνας ζητεί από το νόμο δικαιοσύνη για τη δική του προσωπική περίπτωση. Αν τύχει και ο νόμος, δίκαιος στην ολότητά του, δεν ταιριάζει σε λίγες περιπτώσεις, όπως η δική του, δεν μπορεί αυτό να το παραδεχτεί. Και εν τούτοις τετρακόσια χρόνια τώρα το ολοκήρυξε ο μεγάλος τους Πλάτων, πως τέτοια είναι η μοίρα και η φύση των νόμων, πως άλλο νόμος και άλλο δικαιοσύνη, το διακήρυξε και ο Σταγειρίτης, χωρίζοντας το δίκαιο από το επιεικές. Αλλά δεν τα ακούει αυτά ο Έλληνας !  Δε δέχεται να θυσιάσει τη δική του περίπτωση, το δικό του εγώ σ’ ένα νόμο σκόπιμο και το δίκαιο στη γενικότητα του».

 

«Ποτέ ο άρχων δεν πρέπει να περιφρονεί τον αρχόμενο, όσο άξιος και αν είναι αυτός, και όσο ανάξιοι οι αρχόμενοι. Πρέπει να σκύβει, να μελετά και να γνωρίζει το λαό του. Προ παντός όταν έχει να κάνει με τους δυσκολότερους Έλληνες. Γι’ αυτό μη με βαρεθείς, που θέλω να σου τους δείξω από πολλές πλευρές και που τις πολλές τούτες πλευρές πάω να τις αναγάγω σε μια πρώτη ρίζα».

 

« Δε σου έκανε κιόλας εντύπωση, καλέ μου Νάβιε, η αδιαφορία του Έλληνα για το συμπολίτη του; Όχι πως δε θα του δανείσει μια χύτρα να μαγειρέψει, όχι πως αν τύχει μία αρρώστια δε θα τον γιατροπορέψει, όχι πως δεν του αρέσει να ανακατεύεται στις δουλειές του γείτονα, για να του δείξει μάλιστα την αξιοσύνη του και την υπεροχή του, σε τέτοιες περιπτώσεις βοηθάει ο Έλληνας περισσότερο από κάθε άλλον. Βοηθάει πρόθυμα και τον ξένο, με την ιδέα μάλιστα, που χάρη στους μεγάλους στωϊκούς πάντα τον κατέχει , μιας πανανθρώπινης κοινωνίας. Του αρέσει να δίνει στον ασθενέστερο, στον αβοήθητο, είναι κι αυτό ένας τρόπος υπεροχής».

 

«Λέγοντας πως ο Έλληνας αδιαφορεί για τον πλησίον του, κάτι άλλο θέλω να πω. Αλλά μου πέφτει δύσκολο να στο εξηγήσω. Θ’ αρχίσω με παραδείγματα, που, αν προσέξεις, ανάλογα θα δεις κι εσύ ο ίδιος πολλά με τα μάτια σου. Ακόμη υπάρχουνε ποιητές πολλοί και τεχνίτες στις μεγάλες πόλεις της Ελλάδας. Πλησίασέ τους, καθώς είναι χρέος σου, και πές μου αν άκουσες κανέναν απ’ αυτούς ποτέ να επαινεί τον ομότεχνό του. Δε χάνει τον καιρό του σε επαίνους των άλλων ο Έλληνας. Δεν χαίρεται τον έπαινο. Χαίρεται όμως τον ψόγο και γι’ αυτόν βρίσκει πάντα καιρό. Για την κατανόηση την αληθινή, αυτή που βγαίνει από τη συμπάθεια γι’ αυτό που κατανοείς, δε θέλει τίποτε να θυσιάσει. Το κίνητρο της δικαιοσύνης δεν τον κινεί για να επαινέσει ό,τι αξίζει τον έπαινο. Όχι που δε θα ήθελε να είναι δίκαιος, αλλά δεν αντιλαμβάνεται καν την αδικία που κάνει στον άλλο. Αλλού κοιτάζει, θαυμάζει ό,τι είναι ο δικός του κόσμος, κάθε άλλον τον υποτιμά. Όταν ένας πολίτης άξιος δεν αναγνωρίζεται κατά την αξία του, λέει ο Έλληνας : Αφού δεν αναγνωρίζομαι εγώ ο αξιότερός του, τι πειράζει αν αυτός δεν αναγνωρίζεται; Ο εγωκεντρισμός αφαιρεί από τον Έλληνα τη δυνατότητα να είναι δίκαιος.


Το 1969 η εφημερίδα  « Κόσμος» της Ουάσιγκτον έκανε έναν διαγωνισμό μεταξύ των 1500000 αναγνωστών της με θέμα τον χαρακτηρισμό ενός εκάστου λαού. Από την 15μελή επιτροπή βραβεύθηκε η εργασία ενός Δικαστού, ονόματι Μ.ΤΣΕΛΥ, ο οποίος  για τον χαρακτήρα του Έλληνα γράφει :

 

«Προ του δικαστηρίου της αδεκάστου Ιστορίας, ο Έλλην παρουσιάζεται ανέκαθεν κατώτερος των περιστάσεων, καίτοι από απόψεως διανοητικής κατέχει πάντοτε τα πρωτεία. Ο Έλλην είναι ευφυέστατος  και δραστήριος, αλλά και αμέθοδος, φιλότιμος αλλά και πλήρης προλήψεων, θερμόαιμος, ανυπόμονος, αλλά και πολεμιστής. Έκτισε τον Παρθενώνα και μεθυσμένος εκ της αίγλης τον αφήκε να γίνει στόχος οβίδων, ανέδειξε τον Σωκράτη δια να τον δηλητηριάσει, εθαύμασε τον Θεμιστοκλή δια να τον αποπέμψει. Υπηρέτησε τον Αριστοτέλη δια να τον εκδιώξει. Έκτισε το Βυζάντιο δια να το εκτουρκεύσει και έφερε το 1821 δια να το διακυβεύσει. Εδημιούργησε το 1909 δια να το λησμονήσει. Ετριπλασίασε την Ελλάδα και παρ’ ολίγον να την κηδεύσει. Κόπτεται δια μίαν στιγμήν δια την αλήθειαν των άλλων, μισεί όμως τους υπηρετούντας αυτήν. Παράδοξον πλάσμα, ατίθασον, περίεργον, ασταθές, ημίκαλον, αβεβαίων διαθέσεων, εγωπαθής και σοφώτερος όλων. Αυτός είναι οικτίρατέ τον, θαυμάστε τον αν θέλετε, ταξινομήστε τον αν μπορείτε».

 

 

Μεντεσίδης Χαράλαμπος

Αντιστράτηγος ε.α.

Μπορεί επίσης να σας αρέσει...

Αφήστε μια απάντηση