6 Απριλίου 1941 – Μάχη των Οχυρών

 

Η απίστευτη ιστορία του Έφεδρου Λοχία Ίντσου Δημητρίου

 

 

 

 

 

 

 

 

Η απίστευτη ιστορία του Έφεδρου Λοχία Ίντσου Δημητρίου


Ο Ουΐνστον Τσόρτσιλ είχε πει ότι «οι ήρωες πολεμάνε σαν Έλληνες». Όπως φάνηκε βέβαια εκ των υστέρων δεν ήταν μόνο αναγνώριση του αγώνα των Ελλήνων ενάντια στις δυνάμεις του Άξονα, αλλά και εκδήλωση της ανησυχίας του, γι’ αυτό το λαό που στα πολύ δύσκολα κατά κάποιο μαγικό τρόπο αφυπνίζεται, ενώνεται, πολεμά μέχρι θανάτου για την εθνική του αξιοπρέπεια. Γι’ αυτό και αμέσως μετά τα θερμά του λόγια, ο Τσόρτσιλ, φρόντισε για τον εθνικό διχασμό που ακολούθησε το τέλος της Κατοχής.

 

Αυτή η μάνα Ελληνική γη δεν σταματά ποτέ να γεννά ήρωες και παλληκάρια.  Ένας Έλληνας λοχίας έχοντας απέναντί του τη πιο σύγχρονη πολεμική μηχανή της εποχής του την 6.4.1941, έμεινε μόνος του μέσα σ’ ένα πολυβολείο με 38.000 σφαίρες και πολέμησε εναντίον των Γερμανών εισβολέων! Σταμάτησε όταν του τελείωσαν οι σφαίρες και αφού είχε προξενήσει απίστευτες απώλειες στους Γερμανούς!

 

Αυτή είναι η ιστορία του λοχία Δημήτρη Ίντσου και το τραγικό τέλος του είναι ίσως το καλύτερο μήνυμα για την τραγικότητα της κατάστασης που διέρχεται η Ελλάδα μας. Και είναι ένα μήνυμα ότι κανείς δεν μπορεί να σε φορτώσει αν δεν σκύψεις πρώτα εσύ ο ίδιος.

 

 

6 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1941


Ο Δημήτριος Ίντσος γεννήθηκε το 1906 στην Μακεδονία. Παντρεύτηκε την Άννα Κ. Νανοπούλου, με την οποία απέκτησαν δύο παιδιά, τη Μαρία και τον Αναστάσιο. Με την κήρυξη του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου επιστρατεύθηκε ως έφεδρος λοχίας και υπηρετούσε στο Μπέλες, στην κορυφογραμμή του βουνού, στα πρόχειρα φυλάκια της προκάλυψης της «γραμμής Μεταξά» λίγο πιο πάνω από το χωριό του, τα Άνω Πορόϊα Σερρών. Λίγο πιο κάτω, σε απόσταση περίπου δύο χιλιομέτρων από την οροθετική γραμμή, βρίσκονταν τα εννέα σκυρόδετα ελληνικά πολυβολεία, στημένα κατά μήκος της δεύτερης αμυντικής γραμμής. Οι υπερασπιστές των πολυβολείων, είχαν εντολή να αμυνθούν μέχρις εσχάτων ώσπου ο στρατός του υποτομέα Ροδοπόλεως να συμπτυχθεί χωρίς απώλειες.

 

Ο Ίντσος κατά την εισβολή των Γερμανών στο Μπέλες, στις 6 Απριλίου 1941, βρέθηκε να είναι επικεφαλής του πολυβολείου Π8. Η ώρα ήταν 5.15΄ όταν αρχίζει η επίθεση. Κάποια στιγμή ακούγεται βόμβος αεροπλάνων. Τρία ή τέσσερα «στούκας» πλησιάζουν την περιοχή και βομβαρδίζουν. Στη σφοδρότητα των επίγειων και ουράνιων επιθέσεων δεν αντέχει άλλο η προκάλυψη, οι υπερασπιστές της πρώτης γραμμής άρχισαν να συμπτύσσονται.

 

Έρχεται η σειρά των πολυβολείων, οι υπερασπιστές των οποίων καθηλώνουν τους Γερμανούς. Τα οχυρά αντιστέκονται. Οι υπερασπιστές των πολυβολείων ποτίζουν με το αίμα τους τα ιερά χώματα της γενέθλιας γης.

 

Σταδιακά τα ελληνικά πολυβολεία Π3, Π4, Π5, Π6 και Π9, σιγούν. Τα πολυβολεία Π7 και Π8, όμως, συνεχίζουν να μάχονται. Μέσα, βρίσκονται λιονταρόψυχα παλληκάρια ζυμωμένα με τα ιδεώδη της ελευθερίας, και τα ιδανικά της αυτοθυσίας. Ήταν Έλληνες, που δε διαπραγματευόταν ούτε μια σπιθαμή Ελληνικής γη. Ήξεραν ότι δεν υπήρχε ελπίδα γι’ αυτούς. Αλλά, δεν τους ένοιαζε, οι αμέτρητες στρατιές των προγόνων τους έδειχναν τον δρόμο της τιμής και του καθήκοντος. Το πολυβολείο Π8, έχει στη διάθεσή του 38.000 φυσίγγια.  Κάποια στιγμή ο λοχίας Ίντσος βλέποντας το μάταιο της θυσίας, διατάζει τους στρατιώτες της μονάδας του να εγκαταλείψουν το Π8. Ο ίδιος θα μείνει και θα προσπαθήσει να καλύψει μόνος του την σωτηρία των συναδέλφων του. Μερικοί υπακούουν, οι συγχωριανοί του όμως μένουν. Φίλοι και σύντροφοι στις δουλειές και στα πανηγύρια του χωριού. Πιστοί συμπολεμιστές τώρα στο Π8 και η απόφασή τους ήταν  εθελοντική επιλογή, αντίσταση μέχρις εσχάτων, και θυσία για την πατρίδα.

 

Μεθυσμένος ο Ίντσος από τους καπνούς και τη βαριά μυρωδιά της μπαρούτης, αποκρούει τις λυσσασμένες επιθέσεις των Γερμανών για την κατάληψη του οχυρού του. Οι επιθέσεις είναι συνεχόμενες, πληθαίνουν, σκληραίνουν. Μα ο Ίντσος δεν παραδίνεται.  Ούτε σκέψη για  σωτηρία με φυγή.

 

Η χαρά της θυσίας για την πατρίδα δίνει κουράγιο στην ψυχή του λοχία. Οι άδειοι κάλυκες γεμίζουν το  πολυβολείο. Η επικοινωνία με τη Διοίκηση είχε διακοπεί από ώρα Κάποια στιγμή τελειώνουν τα πυρομαχικά. Ακολουθεί νεκρική σιγή, μια αλλόκοτη σιωπή. Οι Γερμανοί  φαίνεται, ότι περίμεναν το τελείωμα των φυσιγγιών.

 

Ο Λοχίας με τους συντρόφους του, γνωρίζουν πως έπραξαν το καθήκον τους. Πολέμησαν για την πατρίδα, για τις οικογένειές τους, τους φίλους τους. Ξέρουν πως μάλλον δεν θα ξαναδούν ποτέ τα αγαπημένα τους πρόσωπα, για τα οποία υπεραμύνθηκαν.

 

Είναι προχωρημένο απόγευμα. Με δυσκολία ανοίγουν τη βαριά σιδερόπορτα του φρουρίου τους. Σε λίγο βρίσκονται έξω. Πολέμησαν γενναία.  Μισοζαλισμένοι και ιδρωμένοι από την περίεργη σιωπή – ούτε που κατάλαβαν την περικύκλωσή τους, άοπλοι αυτοί, από ομάδα Γερμανών.

 

«Οι άνδρες, όσοι δεν εφονεύθησαν, συλλαμβάνονται αιχμάλωτοι και μαζί μ’ αυτούς κι ο Λοχίας Ίντσος Δημήτριος, αρχηγός του πολυβολείου Π8. Ο επικεφαλής αυτών Αξιωματικός, ζητάει να μάθει τον «Αρχηγό», γράφει ο Συνταγματάρχης Γιακουμής στο πολεμικό του ημερολόγιο.

 

Ο επικεφαλής Γερμανός αξιωματικός σε άπταιστα Ελληνικά ζητά τον αρχηγό του φρουρίου Π8. Η σκηνή που ακολουθεί, ζωντανεύει, χωρίς υπερβολή, τις Θερμοπύλες και την Αλαμάνα, πάνω στα Μακεδονικά βουνά. Ευθυτενής, με αγέρωχη αξιοπρέπεια χωρίς ίχνος πρόκλησης και ανόητης επίδειξης, κάνει ο Ίντζος δυο – τρία βήματα μπροστά, χαιρετά στρατιωτικά το Γερμανό Αξιωματικό και με σταθερή φωνή αναφέρει:

 

– Ίντσος Δημήτριος, Λοχίας Πεζικού.

 

Ξαφνιάζεται ο Γερμανός. Στα μάτια του εύκολα θα μπορούσε να διακρίνει κανείς το θαυμασμό του για το παλληκάρι.

 

– Συγχαρητήρια λοχία. Με τη γενναιότητά σου ζωντάνεψες εδώ πάνω, σε τούτα τα βουνά, την πανάρχαια ιστορία των προγόνων σου.

 

Αμέσως μετά του κάνει νεύμα να τον ακολουθήσει. Τον οδηγεί στο ξέφωτο μπροστά από το πολυβολείο, και δείχνοντας του τις δεκάδες των πτωμάτων των στρατιωτών του – πάνω από 200 κατά έγκυρη εκτίμηση – του λέει:

 

-Αυτό που βλέπεις λοχία είναι έργο δικό σου.

 

Ο Ίντσος γαλήνιος σαν όλους τους πραγματικούς ήρωες απαντά λακωνικά:

 

-Έπραξα το καθήκον μου.

 

– Εσύ έπραξες το καθήκον σου. Τώρα η σειρά μου να «εκτελέσω» κι εγώ το δικό μου καθήκον.

 

Και μπροστά στα έκπληκτα μάτια των Ελλήνων και Γερμανών στρατιωτών, βγάζει το πιστόλι του και ακουμπώντας το στον κρόταφο του Λοχία τον εκτελεί εν ψυχρώ. Πέφτει άψυχο το παλληκάρι στα πόδια του εκτελεστή του. Μια αυλακιά άλικο αίμα πνίγει τα πρώτα αγριολούλουδα του βουνού, σημαδεύοντας τα όρια της γενναιότητας της πατριδολατρίας και της θυσίας από τη μια και της βαρβαρότητας, του φασισμού και της απανθρωπιάς από την άλλη. Ψυχρή, εγκληματική δολοφονία. Ο Γερμανός ήξερε καλά πως τη στιγμή εκείνη, διέπραττε ένα έγκλημα πολέμου, μια στυγνή κι αποτρόπαια δολοφονία, μπροστά στα απορημένα βλέμματα των δικών του στρατιωτών και στα γεμάτα πίκρα και αγανάκτηση βλέμματα των συμπολεμιστών του Ίντσου. Γιατί ο λοχίας τους δεν έπεσε. Δολοφονήθηκε εν ψυχρώ.

 

Η θυσία του έχει καταγραφεί σε σχετική πολεμική έκθεση του 111/70 τάγματος Πεζικού, όπου μεταξύ των άλλων, αναφέρονται :

 

«….ο γενναίος Λοχίας Ίντσος Δημήτριος με το σκληρό θάνατό του θα εισέλθει στο πάνθεον των ηρώων και η ιστορία θα αναγράφει το όνομά του προς παραδειγματισμό των επερχόμενων γενεών….»

 

Το 1946, στον  λοχία Ίντσο απονεμήθηκε ο βαθμός του Επιλοχία και το Αργυρό Αριστείο Ανδρείας για τη γενναιότητα και το θάρρος του.

 

Σήμερα, επίκαιρα όσο ποτέ, ο ήρωας Δημήτριος Ίντσος βροντοφωνάζει από το μνήμα του «Όχι άλλη καπήλευση της Ελληνικής ιστορίας».

 

-Ίντσος Δημήτριος του Ευσταθίου…

– Παρών!

«Η ευγνωμονούσα πατρίς στο υπέρ αυτής πεσόν τέκνον Λοχία πεζικού Ίντσο Δημήτριο»

 

έγραφε η μαρμάρινη πλάκα πάνω στον τάφο του παλληκαριού λίγο πιο κάτω από την κορυφή του Μπέλες που πότισε με το αίμα του.

 

Ας θυμηθούμε ποιοι είμαστε και ας θάψουμε για άλλη μια φορά τα όνειρα των Γερμανών και της Μέρκελ, και ας πολεμήσουμε τους ολετήρες πολιτικούς της Ελλάδας θυμίζοντας τους την αρχαία ρήση:

 

«Την πατρίδα ουκ ελάττω παραδώσω, πλείω δε και αρείω όσης αν παραδέξομαι».

Μπορεί επίσης να σας αρέσει...

Αφήστε μια απάντηση