Μία εμπειρία μου

Από μικρός μου άρεσε η περιπέτεια. Τα παιδικά μου χρόνια, στη γειτονιά μαζί με τους φίλους και τις παρέες μου, ήταν αρκετά περιπετειώδη. Άλλωστε, η γενιά μας μεγάλωσε στις αλάνες με ποδόσφαιρο και τρώγοντας χώμα.

Η απόφασή μου να γίνω αξιωματικός του στρατού είχε σχέση με την αναζήτηση της περιπέτειας και την επιθυμία μου να γνωρίσω νέους τόπους και διαφορετικούς ανθρώπους. Φυσικά, ο Ελληνικός Στρατός δεν με άφησε παραπονεμένο. Γύρισα όλη την Ελλάδα, αλλά και χώρες που ποτέ δεν θα γνώριζα αν ήμουν ένας πολίτης άλλου επαγγέλματος (το να υπηρετείς σαν αξιωματικός στις ΕΔ είναι λειτούργημα!).

 

Το 1992 ξέσπασε ο εμφύλιος πόλεμος της Γιουγκοσλαβίας. Ένας πόλεμος στη γειτονιά μας! Όλα φυσικά τα στελέχη του στρατού ανησύχησαν! Δεν ήταν καθόλου δύσκολο η φωτιά να μεταλαμπαδευτεί στις όμορες χώρες. Ίσως ο πολύς ο κόσμος να μην συναισθάνθηκε τον κίνδυνο, αλλά για τους ανθρώπους που εκπαιδεύονται μια ζωή να οσφρίζονται τον κίνδυνο, πέρασε πολύ κοντά.

Ο ΟΗΕ έκανε κάποιες κινήσεις, πλην όμως, αν δεν το θέλουν οι «μεγάλοι», δεν συγκεντρώνονται τα μέσα για την καταπολέμηση της φωτιάς. Δειλά – δειλά, απεστάλη η UNPROFOR (United Nations Protection Force = Δύναμη Προστασίας των ΗΕ) με αποστολή την προστασία κάποιων θυλάκων με μειονότητες. Στάλθηκαν και στρατιωτικοί παρατηρητές του ΟΗΕ. Ξύπνησε και η Ευρώπη και αποφάσισε να μεσολαβήσει. Με την Συμφωνία του Brioni, συστάθηκε μια αποστολή παρατηρητών, η ECMM (European Community Monitor Mission = Αποστολή Παρατηρητών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας). Και η Ελλάδα, σαν μέλος της τότε «Ευρωπαϊκής Κοινότητος» (ΕΚ), έπρεπε λοιπόν να συμμετάσχει. Στάλθηκαν οι πρώτοι αξιωματικοί σαν παρατηρητές.

Η αποστολή παρατηρητών ήταν μια στρατιωτικο – διπλωματική αποστολή. Τούτο σημαίνει ότι είχε μεν στρατιωτική δομή, αλλά τα μέλη της είχαν διπλωματική ιδιότητα και ασυλία. Φυσικά, αυτή η δουλειά ήταν για στρατιωτικούς που είχαν την κατάλληλη εκπαίδευση και μπορούσαν να διαχειριστούν τη φωτιά. Οι παρατηρητές, οποιαδήποτε κι αν ήταν η προέλευσή τους, δεν φορούσαν στρατιωτική στολή αλλά λευκά ενδύματα – σύμφωνα με το γράμμα της συμφωνίας και ήταν άοπλοι. Επειδή δε η αποστολή υπαγόταν στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, όποια χώρα είχε την Προεδρεία στην ΕΚ αναλάμβανε και την διοίκηση της αποστολής. Έτσι, το πρώτο εξάμηνο του 1994 ερχόταν και η σειρά της Ελλάδος ν’ αναλάβει την διοίκηση της αποστολής παρατηρητών.

Περιττό να μνημονεύσω ότι από την πρώτη στιγμή που άκουσα για την αποστολή αυτή, δήλωσα συμμετοχή! Ήταν μια ευκαιρία για γνωριμία με τον κίνδυνο! Στην αρχή απεστάλησαν λίγα στελέχη, τα οποία άλλαζαν κάθε έξι μήνες. Τελικά, όταν χρειάσθηκαν πολλά στελέχη για το εξάμηνο της Προεδρίας, επελέγην και ‘γώ. Μετά από τη σχετική προετοιμασία που περιλάμβανε ενημέρωση, ειδική εκπαίδευση, εξοπλισμό, κλπ, τελικά βρέθηκα την 1η Δεκεμβρίου του 1993 στο Ζάγκρεμπ της Κροατίας. Εκεί, σ’ ένα ξενοδοχείο νοικιασμένο ολόκληρο, ήταν η διοίκηση και το επιτελείο της ECMM. Το Ζάγκρεμπ, η πρωτεύουσα της Κροατίας, ήδη ήταν σχετικά ειρηνικό. Ορισμένοι από μας που προορίζονταν για το επιτελείο της αποστολής πήγαμε ένα μήνα νωρίτερα για ν’ αναλάβουμε από τους Βέλγους συνάδελφούς μας τ’ αντίστοιχα γραφεία.

Μέσα στα καθήκοντά μου ήταν να παρακολουθώ την εξέλιξη της καταστάσεως στην Βοσνία – Ερζεγοβίνη, εκεί όπου ο πληθυσμός ήταν πολύ ποιο αναμεμιγμένος από κάθε άλλη περιοχή της Γιουγκοσλαβίας, γιαυτό και ο πόλεμος κράτησε περισσότερο αλλά ήταν και ποιο σκληρός. Είχα δε την υποχρέωση να επισκέπτομαι, με τουλάχιστον ένα ταξίδι το δίμηνο, τις διάφορες περιοχές της Βοσνίας, ώστε να έρχομαι σε προσωπική επαφή με τους παρατηρητές μας εκεί, να έχω προσωπική άποψη για την κατάσταση και να γνωρίσω την περιοχή. Μας είχαν χορηγήσει αλεξίσφαιρα γιλέκα, κράνη, δορυφορικές επικοινωνίες και φυσικά στην εμπόλεμη ζώνη κυκλοφορούσαμε με θωρακισμένα τζιπ, που είχε χορηγήσει η Αστυνομία Συνόρων της Γερμανίας (τζιπ Μερσεντές τεσσάρων τόνων!!!).

Ήταν αμέσως μετά το Πάσχα του 1994, όταν ξεκίνησα για τρίτη φορά να μπω στην Βοσνία (σαν εμπόλεμη ζώνη, απαιτούνταν ειδικές διαδικασίες) με αποστολή να επισκεφθώ το περιφερειακό γραφείο της αποστολής στην πόλη Τούζλα, στην ΒΑ Βοσνία. Η πόλη της Τούζλα είναι μια καθαρά βιομηχανική πόλη – όπως και οι περισσότερες των πόλεων της Γιουγκοσλαβίας – με την πλειονότητα των κατοίκων να είναι μουσουλμάνοι και την εποχή εκείνη ήταν πολιορκημένη από τους Σέρβους (ορθοδόξους). Τα κτίριά της δεν ήταν ψηλά, μέχρι έξι ορόφους, οπότε το δωδεκαώροφο ξενοδοχείο «Τούζλα», στο οποίο έμεναν όλοι οι αλλοδαποί (στελέχη ΟΗΕ, ανθρωπιστικών οργανώσεων, ραδιοτηλεοπτικών δικτύων, κλπ), ξεχώριζε μεγαλόπρεπα στο κέντρο της πόλεως. Εκεί είχε και τα γραφεία της η ECMM, νοικιάζοντας με το μήνα ολόκληρο τον 6ο όροφο (για γραφεία και διαμονή προσωπικού). Δίπλα, και σε απόσταση 50 μέτρων από το ξενοδοχείο πέρναγε το ποτάμι που διασχίζει την πόλη (ποταμός «Γιάλα») και ο δρόμος που περνάει δίπλα από το ξενοδοχείο περνάει πάνω από αυτό με μια γέφυρα. Από την άλλη όχθη, και ακριβώς επ’ αυτής, βρίσκονταν το κτίριο που στέγαζε το 2ο Μουσουλμανικό Σώμα Στρατού της περιοχής (το Διοικητήριο). Όπως προανέφερα, η πόλη ήταν σε πολιορκία και βομβαρδίζονταν σε ακανόνιστα χρονικά διαστήματα. Οπότε, ο κίνδυνος ήταν διαρκής. Ανά πάσα στιγμή μπορούσε να πέσει κάποιο βλήμα και να προκαλέσει απώλειες – συχνό φαινόμενο. Εκείνο δε που μου έκανε μεγάλη εντύπωση, ήταν ότι όλα τα πάρκα και κάθε χώρος πρασίνου ήταν σπαρμένος με λαχανικά! Ναι, γύρω σου έβλεπες σκορδάκια, πιπεριές, τομάτες κλπ!!! Έτσι επέζησαν, όσοι επέζησαν από την μακρόχρονη πολιορκία!

Ήταν 21:30 της 13ης Μαΐου του 1994. Είχα κατεβεί στο υπόγειο του ξενοδοχείου όπου λειτουργούσε το εστιατόριο. Φυσικά, τα φώτα των κτιρίων ήταν ελάχιστα και η πόλη θύμιζε Αθήνα σε περίοδο μπλακ – άουτ. Είχα τελειώσει το (φτωχικό) δείπνο μου και πήρα τον πίσω ανελκυστήρα (για λόγους ασφαλείας) για ν’ ανέβω στο δωμάτιό μου μετά από μια κουραστική μέρα όλο αγωνία. Ενώ ο θαλαμίσκος βρισκόταν ακόμη σε κίνηση, ένας τρομακτικός κρότος ακούστηκε και ταυτόχρονα σείστηκε συθέμελα ολόκληρο το κτίριο. Ο θαλαμίσκος του ανελκυστήρα κτύπησε 2 – 3 φορές στο τοίχωμα του φρεατίου. Περιττό να περιγράψω το συναίσθημα! Όσο και να είσαι προετοιμασμένος για το χειρότερο, είναι εκείνη η αίσθηση ότι η κατάσταση δεν εξαρτάται από σένα! Δεν μπορείς να κάνεις τίποτε! Απλά, περιμένεις το τέλος, κι ελπίζεις ότι δεν ήρθε η σειρά σου! Τελικά, ο ανελκυστήρας συνέχισε να δουλεύει μέχρι που έφθασα στον 6ο όροφο! Τότε, όλο το ξενοδοχείο βυθίστηκε στο σκοτάδι. Όλος ο χώρος ήταν γεμάτος καπνούς και σ’ έπνιγε η μπόχα της μπαρούτης. Ο πρώτος που βρήκα μπροστά μου ήταν ένα Βέλγος συνάδελφος, ο οποίος τρέχοντας προς τα σκαλοπάτια που φώναξε: «στον τέταρτο, στον τέταρτο!!!». Έτρεξα και ‘γω στον τέταρτο όροφο και μπήκα αμέσως μετά τον Βέλγο στο δωμάτιο που είχε κτυπηθεί. Το δωμάτιο ήταν ανατολικό, οπότε ήταν εκτεθειμένο στους πολιορκητές. Στη θέση της μπαλκονόπορτας έχασκε μια τεράστια τρύπα, σχεδόν όσο είναι όλος ο τοίχος. Ολόκληρος ο χώρος ήταν γεμάτος από κατεστραμμένα έπιπλα και δεν θύμιζε με τίποτε δωμάτιο. Σκύψαμε κα μαζέψαμε τα κομματάκια από το βλήμα που κατέστρεψε το δωμάτιο. Την ώρα εκείνη δύο άλλες εκρήξεις ακούστηκαν έξω από το ξενοδοχείο. Έπεσαν στον περιβάλλοντα χώρο, κατέστρεψαν το γκαζόν και θρυμμάτισαν τις τζαμαρίες του ισογείου στην ανατολική πλευρά. Καλυφθήκαμε …

Σε λίγα λεπτά, εισέβαλαν και τα ΜΜΕ!!! Στο ίδιο ξενοδοχείο έμεναν οι ανταποκριτές των διεθνών ΜΜΕ, όπως CNN, BBC, SKY NEWS, κλπ. Εκείνο δε που κάναμε, με μια κίνηση και οι δυό μας, ήταν να πέσουμε επάνω τους και να τους παρακαλάμε να πάρουν μεν εικόνες, αλλά να μην τις μεταδώσουν αυθημερόν στις ειδήσεις! Αλλά, δεν μας άκουσαν! Δεν είχαμε βέβαια καμιά δικαιοδοσία πάνω τους, ούτε μπορούσαμε να καλέσουμε τις τοπικές αρχές να τους επιβληθούν! Εκείνο που φοβόμασταν έγινε: βλέποντας στις ειδήσεις το αποτέλεσμα των βολών τους οι πολιορκητές – παρεμπιπτόντως ήταν βολές αρμάτων Τ – 72, με πυροβόλα 90 χιλ, έμμεση βολή 45ο και από απόσταση 12 – 15 χλμ – την άλλη μέρα διορθώνοντας ελάχιστα την ανύψωση κτύπησαν το στρατηγείο του 2ου Μουσουλμανικού Σώματος Στρατού! Ο αριθμός των απωλειών δεν μας κοινοποιήθηκε.

Ήταν μια από τις πολλές και φοβερές εμπειρίες που είχα κατά την διάρκεια των επτά μηνών που έμεινα την πρώτη μου φορά στην περιοχή της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Με πυροβόλησαν ξανά! Άλλες δύο φορές! Εκείνη όμως η εμπειρία μου μέσα στον ανελκυστήρα του ξενοδοχείου «Τούζλα» ήταν από αυτές τις εμπειρίες που κάνουν όλη τη ζωή σου να περνά σαν κινηματογραφική ταινία, μέσα σε δέκατα δευτερολέπτου, μπροστά απ’ τα μάτια σου. Δεν πρόκειται να την ξεχάσω όσο ζω.

Μπορεί επίσης να σας αρέσει...

Αφήστε μια απάντηση