Περί βίας, άρτου και θεαμάτων

Ήρθε η ώρα να αντιληφθούν οι πολιτικοί μας… ότι με τις θεαματικές πολύωρες παραστάσεις διαπόμπευσης μέσω τηλεοράσεως των συλληφθέντων μελών μίας οργάνωσης που «ξέφυγε» από το ρόλο για τον οποίο την προόριζαν… δεν πρόκειται να ανασχεθεί το κύμα της βίας και της μισαλλοδοξίας που οι ίδιοι δημιούργησαν, ούτε είναι δυνατό να ικανοποιηθεί η λαϊκή απαίτηση για κάθαρση. Καλό το θέαμα, αλλά χωρίς άρτο…

 

 

 

Περί βίας, άρτου και θεαμάτων

 

Θα ήθελα να εκφράσω μερικές απόψεις σχετικά με το θέμα που μονοπωλεί την επικαιρότητα μετά το στυγερό έγκλημα της Αμφιάλης. Φοβούμενος όμως ότι τα όσα αιρετικά θα σας αναπτύξω στη συνέχεια ενδέχεται να παρερμηνευθούν, θα ξεκινήσω ξεκαθαρίζοντας ότι θεωρώ και εγώ (όπως και η μεγάλη πλειονότητα των συμπολιτών μας) ότι η Χρυσή Αυγή είναι μία νεοναζιστική ρατσιστική οργάνωση με καταβολές στα υπολείμματα των ταγματασφαλιτών και των νοσταλγών της χούντας των συνταγματαρχών και με επιδιώξεις που κάθε άλλο παρά αγνές και πατριωτικές θα μπορούσαν να είναι.

 

Θα συνεχίσω λέγοντας ότι είμαι ανάμεσα σε αυτούς που άκουσαν με ανακούφιση την είδηση για τη σύλληψη μελών της οργάνωσης που φέρονται ότι συμμετείχαν στην πρόσφατη δολοφονία του νεαρού ράπερ, είτε ως φυσικοί είτε ως ηθικοί αυτουργοί και υποκινητές.

 

Δεν μπορώ όμως να μην αναρωτηθώ για ποιο λόγο έπρεπε να περιμένει το Ελληνικό Κράτος να συντελεστεί ένα άγριο έγκλημα πριν αποφασίσει να παρέμβει δυναμικά. Γιατί ήταν ανάγκη να φτάσουν τα τάγματα εφόδου της Χ.Α. να παρελαύνουν με τσαμπουκά στους δρόμους των ελληνικών πόλεων πριν οι Αρχές αντιληφθούν ότι αυτό δεν συνάδει με τις αρχές μίας ευνομούμενης Πολιτείας; Γιατί ήταν τώρα ο κατάλληλος χρόνος να «χτυπηθεί» η οργάνωση και όχι πριν προλάβουν τα στελέχη της να εκλεγούν βουλευτές με την ευλογία των Αρχών και να ανεβάσουν τους δείκτες της κοινωνικής αποδοχής τους σε επίπεδα συγκρίσιμα με αυτά των υπολοίπων κοινοβουλευτικών κομμάτων;

 

Και πηγαίνοντας ακόμη μακρύτερα, ποιες είναι οι πραγματικές αιτίες που βοήθησαν να εδραιωθεί  ως πολιτική οντότητα η Χ.Α. στην Ελληνική κοινωνία; Είναι αποτέλεσμα ομαδικής παράκρουσης των Ελλήνων πολιτών, όπως προσπαθούν να μας πείσουν ορισμένα μέσα «πληροφόρησης»; Και μέσα σε ποιες πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες αναπτύχθηκε όλη αυτή η φιλοσοφία της βίας που διαπερνά τη νόμιμη, κατά τα άλλα, οργάνωση από τις ρίζες μέχρι τα φύλλα του δένδρου; Ήταν οι μοναδικοί ευαγγελιστές και εφαρμοστές των θεωριών της βίας οι επικεφαλής και τα μέλη της Χ.Α.; Ή μήπως υπήρξαν απλώς μέρος ενός ευρύτερου πλέγματος που δημιουργήθηκε εδώ και πάρα πολλά χρόνια και είχε σκοπό του τη δημιουργία συνθηκών αστάθειας, ανασφάλειας και αναταραχής όταν οι πραγματικοί ρυθμιστές του παιχνιδιού έκριναν ότι υπήρχε «ανάγκη»;

 

Και γιατί αυτοί να αποτελούν μεγαλύτερο κίνδυνο για τη Δημοκρατία, από άλλους που κατά καιρούς συγκλόνισαν με τις πράξεις τους την Ελληνική κοινωνία, δολοφονώντας πολιτικούς και επιχειρηματίες, όπως η «17Ν»; Γιατί ψάχνουμε τώρα να βρούμε τα «οπλοστάσια» της Χ.Α., όταν επί δεκαετίες όλοι γνώριζαν ότι τα κτίρια των Πανεπιστημίων αποτελούσαν γιάφκες και ορμητήρια των γνωστών-αγνώστων αναρχοαριστερών που κατέκαιγαν την Αθήνα κάθε τρεις και λίγο; Πού ήταν η ετοιμότητα των Δικαστικών και Αστυνομικών Αρχών όταν κάηκαν ζωντανοί τρεις (τέσσερις) αθώοι άνθρωποι μέρα-μεσημέρι στο κέντρο της Πρωτεύουσας πριν από λίγα χρόνια; Τι παρακολουθούσε τότε το περίφημο βαλιτσάκι της ΕΥΠ; Τις συνομιλίες για τα στημένα στο ποδόσφαιρο;

 

Δεν είδαμε ποτέ κανένα από τα μεγάλα κόμματα να διοργανώνει διαδήλωση διαμαρτυρίας ενάντια στην τυφλή βία του δρόμου ή την τρομοκρατία. Δεν ακούσαμε τόσα χρόνια κανένα πολιτικό, δημοσιογράφο, καλλιτέχνη, διανοούμενο να ανησυχεί όταν έβλεπε τους οπαδούς των κομμάτων, δημοκρατικών κατά δήλωσή τους, να εκτελούν πορείες στοιχισμένοι και οπλισμένοι με ρόπαλα μεταμφιεσμένα σε σημαιάκια. Δεν είδαμε κάποια παρέμβαση της Πολιτείας όταν επί δεκαετίες οι πολίτες καλούνται από κάποιους πολιτικούς σχηματισμούς και τους εκπροσώπους τους να αναλάβουν δράση και να «επιβάλουν» το δίκιο του εργάτη (και όχι το νόμο), φτάνοντας στο σημείο να καλούν ακόμη και σε ένοπλη εξέγερση ενθυμούμενοι ακόμη και από τηλεοράσεως το Σύνταγμα των Κορυσχάδων και τους «αγώνες» (τη στάση και ανταρσία στην πραγματικότητα) του «δημοκρατικού» στρατού. Για να μην αναφέρω τα διχαστικά συνθήματα στις προεκλογικές εκδηλώσεις των δεκαετιών του ’80 και του ’90 όπου, μεσουρανούσης της «σοσιαλιστικής» δημοκρατίας, είχε ακουστεί ακόμη και εκείνο το ανατριχιαστικό «Φόλα στο σκύλο των SS» για τον τότε αρχηγό της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης.

 

Δεν είδαμε και δεν ακούσαμε διαμαρτυρία για όλα αυτά από τις δημοκρατικές πολιτικές δυνάμεις της χώρας, δεν υπήρξε η παραμικρή βούληση για αποτελεσματική δράση ενάντια στη βία κάθε είδους, διότι πιθανότατα όλα αυτά βόλευαν κατά καιρούς τον ένα ή τον άλλο πολιτικό σχηματισμό (ή μήπως όλους;). Δεν είδαμε ούτε καν την ηθική υποστήριξη που αυτονόητα θα έπρεπε να παρέχει το Κράτος στην Αστυνομία μας, ώστε η τελευταία να επιτελεί με συνέπεια και με ασφάλεια για τα στελέχη της το έργο που της έχει ανατεθεί, δηλαδή τη διαφύλαξη της Ασφάλειας των πολιτών. Αντίθετα, η Αστυνομία και τα στελέχη της λοιδορούνται συστηματικά εδώ και πολλά χρόνια. Σε αυτό το δρόμο περπατήσαμε μέχρι που το Κράτος μας κατάντησε ζούγκλα. Και ήρθε και η οικονομική κατάρρευση να εξαθλιώσει μεγάλο μέρος των Ελλήνων. Και όπως είναι απολύτως εξηγήσιμο τώρα πια, πολλοί από τους συμπολίτες μας (και φυσικά και πολλοί ένστολοι) δεν ανησυχούν πρωτίστως για το πού πηγαίνει η Δημοκρατία μας, αλλά περισσότερο για να απαντήσουν στη μοναδική επιλογή που τους επιτρέπεται πλέον να έχουν, αν θα είναι με το λιοντάρι ή με τους γορίλες.

 

Για να καταλήξω, τη βία και το φασισμό τα εκτρέφουμε χρόνια τώρα στη χώρα μας. Ξεκινώντας από την έλλειψη ανοχής των απόψεων του συνομιλητή μας, πήγαμε στη λεκτική βία και τους ακραίους χαρακτηρισμούς, τις διαβολές και τις προσβολές των πολιτικών αντιπάλων, προχωρήσαμε ακόμη πιο πέρα με την κοινωνική ανοχή (στα όρια της σιωπηρής αποδοχής) εγκληματικών πράξεων όπως οι εξεγέρσεις-στάσεις των γνωστών-αγνώστων, ο «αποκλεισμός» συνοικιών όπως τα Εξάρχεια και η δολοφονική τρομοκρατία, και φτάσαμε στους προπηλακισμούς και τους άγριους μέχρι θανάτου ξυλοδαρμούς των μεταναστών και στις συγκεντρώσεις των «αγανακτισμένων» όλων των αποχρώσεων με κοινό κεντρικό σύνθημα το γνωστό σε όλους «να καεί, να καεί, το μπου… η Βουλή».

 

Ήρθε λοιπόν η ώρα να αντιληφθούν οι «θριαμβευτές» πολιτικοί μας, οι ένθερμοι  υπερασπιστές της Δημοκρατίας μας και «πολέμιοι» της βίας, ότι με τις θεαματικές πολύωρες παραστάσεις διαπόμπευσης μέσω τηλεοράσεως των συλληφθέντων μελών μίας οργάνωσης που «ξέφυγε» από το ρόλο για τον οποίο την προόριζαν, και με την – κατά παράβαση κάθε αρχής δικαίου – δημόσια τηλεοπτική αναγόρευση όλων των κατηγορουμένων σε ενόχους, δεν πρόκειται να ανασχεθεί το κύμα της βίας και της μισαλλοδοξίας που οι ίδιοι δημιούργησαν, ούτε είναι δυνατό να ικανοποιηθεί η λαϊκή απαίτηση για κάθαρση. Καλό το θέαμα, αλλά χωρίς άρτο…

 

Και να καταλάβουν επιτέλους ότι όσο ο Ελληνικός Λαός ταπεινώνεται και εξαθλιώνεται, μέσω της οικονομικής αφαίμαξης, της μετάθεσης των ευθυνών στους απλούς πολίτες (βλέπε ανηθικότητες τύπου «μαζί τα φάγαμε») και της απροθυμίας από πλευράς των πολιτικών αρχόντων για απόδοση των ευθυνών σε αυτούς που πραγματικά τον οδήγησαν σε αυτήν την κατάσταση, τόσο αυτός θα στρέφεται στο δρόμο της βίας και του φανατισμού, όπως διδάχθηκε τόσα χρόνια. Στην αρένα.

 

 

Γιώργος Δραζινάκης

 

ΠΗΓΗ:www.capital.gr

Μπορεί επίσης να σας αρέσει...

Αφήστε μια απάντηση